Μικρασιάτες πρόσφυγες στη Φθιώτιδα.Μαρτυρίες


Οι Έλληνες πρόσφυγες που είχαν καταγωγή από τις πόλεις και τα χωριά της Μ.Ασίας εγκαταστάθηκαν στη Λαμία (Νέα Μαγνησία, Μεγάλη Βρύση), τη Στυλίδα, τη Λοκρίδα (Μώλος, Αταλάντη, Αγιος Κωνσταντίνος) και αντιμετώπισαν μεγάλες δυσκολίες τα πρώτα χρόνια. Στην αρχή, οι περισσότεροι έκαναν έναν αγώνα επιβίωσης ζώντας σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας. Η εργατικότητα, η αξιοπρέπεια, ο κοινός πόνος και καημός για τις χαμένες πατρίδες, ο πολιτισμός που κουβαλούσαν, τα ελληνικά ήθη και έθιμα τους κράτησαν ενωμένους και τους έδωσαν δύναμη να ξεπεράσουν αυτές τις δυσκολίες με τον καιρό. Σε αυτή τη σελίδα καταγράψαμε αληθινές μαρτυρίες ανθρώπων που βίωσαν τον ξεριζωμό και τις δυσχέρειες προσαρμογής στη νέα τους πατρίδα, τη Φθιωτική γη, πριν πολλά χρόνια. Οι γραπτές μαρτυρίες προέρχονται από το αρχείο καταγεγραμμένων αφηγήσεων προσφύγων α' γενιάς του Συλλόγου Μικρασιατών Ανατολικής Φθιώτιδας για όσους πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Στυλίδας. Για τους πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Λαμίας (Νέα Μαγνησία) καταγράψαμε για τις ανάγκες της έρευνας έμμεσες μαρτυρίες μέσα από τη βιντεοσκόπηση αφηγήσεων προσφύγων β' γενιάς με τη βοήθεια της Ένωσης Μικρασιατών Φθιώτιδας με έδρα τη Ν. Μαγνησία.

'Είμαι ένας  Έλληνας αγνός από τη Μικρασία 
που είδανε τα μάτια μου μεγάλη απελπισία. 
Είδα τους Τούρκους με σπαθιά,  τους Τούρκους με μαχαίρια,
να σφάξουνε  τους Έλληνες με τα δικά τους χέρια'.
Μαρτυρία Δημητρίου Ρουκουνιώτη (από το αρχείο του Συλλόγου Μικρασιατών Ανατολικής Φθιώτιδας)

"Λέγομαι Δημήτριος Ρουκουνιώτης και είμαι 95 χρονών. Γεννήθηκα στο Αιβαλί της Μικράς Ασίας. ‘Εζησα εκεί μέχρι 12 ετών. Από εκεί και μετά έγινε ο διωγμός. Όταν έγινε ο διωγμός δεν φύγαμε αμέσως. Δεν ξέραμε τι θα πει ο διωγμός και ήμασταν χαρούμενοι ,νομίζαμε ότι από εκεί θα πηγαίναμε στο γλέντι. Μόλις μάθαμε ότι ερχόταν ο Ελληνικός στρατός αρπάξαμε μια βάρκα και βγήκαμε έξω από την πολιτεία. Πήγαμε σε ένα νησί με πολλά γυναικόπαιδα , απέναντι από την Μυτιλήνη, όπου λεγόταν Γυμνό. Το νησί αυτό ήταν ακατοίκητο εκτός από έναν Τούρκο που είχε κάτι πρόβατα εκεί. Στο νησί δεν κάναμε τίποτα αλλά περιμέναμε τους αγγελιοφόρους για να μας πουν αν οι Τούρκοι κακομεταχειρίστηκαν τους Έλληνες, να ξέραμε αν θα ξαναγυρίζαμε ή όχι. Τελικά βλέπαμε ότι οι αγγελιοφόροι πήγαν στην πολιτεία αλλά πίσω δεν γύριζε κανένας και αφού καταλάβαμε τι συνέβαινε περάσαμε στον Πολιχνίτο της Μυτιλήνης. Εκεί στον στον Πολιχνίτο πήγαμε σε ένα μηχανοστάσιο όλοι μαζί και η πενταμελής οικογένειά μου. Δέσαμε σκοινιά ,ρίξαμε κουβέρτες και χωρίσαμε σε τεμάχια κάθε οικογένεια. Κοιμόμασταν με άλλες δύο οικογένειες. Μία από απ’ αυτές ήταν του χρηστού του Αϊβαλιώτη , του κουρέα, όπου τον πήραμε μαζί μας στη Στυλίδα. Ήρθε ένας ιχθυέμπορος από τη Σμύρνη, Κων/νος Τζουρός, και ζητούσε ψαράδες να τους φέρει στη Στυλίδα επειδή ήξερε ότι είχε πολλά ψάρια. Και αφού μας συγκέντρωσε σε πολλά καΐκια έφερε και ένα βαπόρι για να μας πάει στη Στυλίδα. Εμείς όμως για να πάρουμε μαζί μας και τον Αϊβαλιώτη είπαμε ψέματα στον ψαρά ότι τάχα είναι συγγενής μας και ότι δεν μπορούσαμε να τον αφήσουμε εκεί και έτσι τον πήραμε και εκείνον μαζί μας και όλοι ήρθαμε στη Στυλίδα.


Όταν όμως φτάσαμε στη Στυλίδα οι κάτοικοί της δε μας άφηναν να βγούμε από το βαπόρι και μας φώναζαν ‘’Τούρκους’’ . Έτσι μείναμε τρεις μέρες στο βαπόρι όλες οι οικογένειες. Με την παρέμβαση των αρχών έληξε αυτό και κατεβήκαμε στη Στυλίδα. Σπίτια δεν υπήρχαν να μείνουμε και άλλοι πήγαν σε εκκλησίες ,άλλοι σε χαλασμένα σπίτια μέχρι τη σημερινή Παναγίτσα, πού ήταν μια χαμηλή εκκλησία. Επειδή δίναμε ψάρια τους τότε πλούσιους της Στυλίδας μας άφησαν να μείνουμε στο σημερινό Λιμενικό Ταμείο, γύρω στις 15 οικογένειες . Ανάμεσα σ’ αυτές ήτανε : Κων/νος Φωτάκης , Γιώργος Φωτάκης , Αθανάσιος Λύρης , Εμμανουήλη Λύρης , Παναής Ρουκουνιώτης , εμείς Χρήστος Ρουκουνιώτης ,Αντώνιος Παγώνης και άλλοι. Εμείς μετά μείναμε σε ένα σπίτι του Κων/νου Βούρτσου γιατί εκεί ήταν οι προμήθειες μας. Ψωνίζαμε από ένα παντοπωλείο, στη σημερινή κάβα του Ραμαντάνη, με βιβλιάριο που μας είχε δώσει ο ιχθυέμπορος Κων/νος Τζουρός.

Η ζωή δεν ήταν η ίδια για όλους. Εμείς οι ψαράδες περνάγαμε καλά αλλά οι άλλες οικογένειες όχι. Το παράπονο μου είναι ότι μας διώξανε από την Μικρά Ασία που η ζωή εκεί ήταν πολύ καλύτερη........... "

Μαρτυρία Απόστολου Ρουκουνιώτη από το Αϊβαλί Μικράς Ασίας (από το αρχείο του Συλλόγου Μικρασιατών Ανατολικής Φθιώτιδας) .

" Θα σας πώ αυτά τα οποία θυμάμαι. Ήμουν 14 ετών και τα θυμάμαι πολύ καλά. Το Αϊβαλί ήταν ένα πλούσιο μέρος πολύ παραγωγικό. Είχε πολλούς ελαιώνες , πολλά αμπέλια και θυμάμαι όταν τρυγούσαν τα αμπέλια τα φορτώναν στις καμήλες. Οι καμήλες κρατούσαν 2 χιλιόμετρα η μία κοντά στην αλλή δεμένες. Μπροστά ήταν με ένα γαϊδουράκι ο καμηλιέρης. Έβγαζε καρύδες, χουρμάδες, κουκουνάρι, ήταν πολύ εύπορο μέρος, έβγαζε και πολύ σταφίδα.

Η ενορία μας ήταν η Κάτω Παναγιά. Τα περίχωρα ήταν το Αϊντίνι η Προύσα και το Μπουλουκιεσέρ. Το Αϊβαλί είχε 35 χιλιάδες κατοίκους.

'Οταν κατέβαινες στην ακροθαλασσιά αντίκρυζες το καφενείο του Κανέλλου που ήταν μέσα στη θάλασσα. Απέναντι από το Αϊβαλί ήταν οι Φώκιες, τα Βούρλα και το Μοσχονήσι. Τι να πρωτοθυμηθώ τις Κωνσταντινοπουλίτες, τις Σμυρνέϊσες, που όταν σου μιλούσαν έτρεχε μέλι από τα χείλια τους.


Όταν άρχισαν να κατεβαίνουν οι Τούρκοι για να μπουν μέσα στο Αϊβαλί ο πατέρας μου αφού είδε ότι δεν υπήρχαν ελπίδες για παραμονή μας, πήρε όλη την οικογένεια μέσα στη βάρκα, γιατί και στο Αϊβαλί ο πατέρας μου ψαρράς ήταν και είχε δική του βάρκα. Ξεκινήσαμε απο 'κει και φεύγαμε από την πατρίδα όπως τα ίδια έκαναν όσοι μπορούσαν να φύγουν, με όποιο μέσον μπορούσαν να διαφύγουν. Αυτό γινότανε γιατί βλέπαμε πίσω μας να αρχίζουν να καίνε τα σπίτια.

Οι καπνοί ανεβαίνανε μέχρι τον ουρανό και ο κόσμος κατέβαινε στην παραλία για να βρει μέσον να φύγει, αλλά με τι να φύγει αφού όσα καΐκια ήταν στο λιμάνι φόρτωναν κόσμο και μικρά παιδιά. Οι βάρκες χωρούσαν 50 άτομα και έμπαιναν 100 για να γλυτώσουν οπότε και οι βάρκες βούλιαζαν επιτόπου. Είχε γεμίσει η προκυμαία πτώματα, παντού υπήρχε μια ολοκληρωμένη καταστροφή. Βλέποντας αυτά ο πατέρας μου τότε, φύγαμε με τη βάρκα που ήμασταν όλοι μέσα. Πήγαμε κι εγκατασταθήμακε σ' ένα νησί που βρισκόταν ανάμεσα στο Αϊβαλί και τη Μυτιλήνη..................."

Μαρτυρία Κοντού Κωνσταντίνας
"Λέγομαι Κοντού Κων/να και είμαι 68 χρονών. Απ’ τη ζωή μου, παιδί μου, θυμάμαι τις δυσκολίες τις πολλές και τις κακουχίες που βρήκαν οι γονείς μου απ’ τους ντόπιους, όταν ήρθαν στη Στυλίδα. Ήρθαν σαν ξένοι πρόσφυγες από τα Βουρλά της Μ.Ασίας στη Στυλίδα και η ζωή τους έγινε αβάσταχτη, όταν μετά το 1924 που γεννήθηκα εγώ γεννήθηκαν το 1926 και το 1930 τα δυο μου αδέρφια. Για να τα βγάλει πέρα ο πατέρας μου, που ήταν χτίστης , πήγαινε και στην Πελασγία ακόμα ,με τα πόδια για να δουλέψει.

Θυμάμαι ότι τότε ένα αβγό το χωρίζαμε στα τρία για να φτάσει για όλους μας. Δεκάρα δεν είχαμε και τα χρέη μας πνίγαν ως το λαιμό. Χρωστάγαμε και πολλά νοίκια. Η σπιτονοικοκυρά μας εξαγριωμένη που δεν την πληρώναμε ,ανέβηκε επάνω στη σκεπή του σπιτιού και άρχισε να βγάζει όλα τα κεραμίδια για να γιομίσουμε νερά και χιόνια και να της αδειάσουμε έτσι μια ώρα αρχύτερα τη γωνιά.

Ένα άλλο που θυμάμαι ήταν οι κακές σχέσεις που είχαν οι ντόπιοι με τους πρόσφυγες. Μας φέρθηκαν χειρότερα κι από ζώα κι ας ήμασταν αδέρφια τους. Βλέπω τώρα πώς καλοδέχονται τους Αλβανούς για να μαζέψουν τις ελιές τους κι ανατριχιάζω. Για κάθε κακό που γινόταν στη Στυλίδα εμάς τους πρόσφυγες κατηγορούσαν. Τα παιδιά των προσφύγων τα χτύπαγαν ,ενώ τα δικά τους τα φοβέριζαν ότι αν δεν ήταν φρόνιμα θα τα έδιναν στους πρόσφυγες να τα φάνε. Οι ντόπιοι μας φωνάζανε «τουρκόσπορους» και μας καίγανε στην καρδιά. Εμείς είχαμε ξεριζωθεί από την πατρίδα και οι ντόπιοι μας ξερίζωναν κι απ’ τον εαυτό μας. Το μίσος αυτό έμεινε για πολλά χρόνια. Το 1948 ο Δήμαρχος της Στυλίδας , διορισμένος, έκρινε σωστό να κλείσει με συρματόπλεγμα τον προσφυγικό συνοικισμό έξω από τηΣτυλίδα για να μας πάρουν οι αντάρτες. Αλλά εμείς τρέχαμε να πάμε στους αντάρτες.

Το 1944 παντρεύτηκα. Έκανα το πρώτο παιδί αλλά δούλευα κιόλας. Πήγαινα και δούλευα σαν μοδιστράκι στα σπίτια. Ήθελα τότε να έχω ένα σπίτι και μια ζωή καλύτερη απ’αυτή που έκανα .Μια άλλη επιθυμία μου ήταν να μάθω γράμματα αλλά δεν τα κατάφερα γιατί οι καιροί ήταν δύσκολοι. Η μεγαλύτερη όμως επιθυμία μου είναι να γυρίσω πίσω στην πατρίδα των γονιών μου ,στο χωριό μου και στο σπίτι μου και να φιλήσω το χώμα τους και να ξαναθυμηθώ. Και αμέσως να πεθάνω με τις αναμνήσεις που έχω απ’ τον πατέρα μου και τη μητέρα μου. Ο θεός ας δώσει να ξαναδούμε τα μέρη αυτά ελληνικά".

Μαρτυρία Κουλακιώτη Κωνσταντίνου, κατοίκου Αγίας Μαρίνας Στυλίδος

"Ονομάζομαι Κουλακιώτης Κων/νος και είμαι 79 ετών. Γεννήθηκα στη Σμύρνη το 1914,Μεγάλο Σαββάτο. Το 1922 όταν άρχισε η μεγάλη φωτιά απ΄τους Τούρκους ,Αύγουστος μήνας ήταν – ο πατέρας μου κοίταζε πώς θα μπορούσε να σώσει την οικογένειά μας (οκτώ άτομα ήμασταν τότε, ο μικρότερος αδερφός μου δεν είχε γεννηθεί ακόμη) και πως θα μπορούσαμε να φύγουμε από τη Σμύρνη. Θυμάμαι σαν και τώρα εκείνο το μαύρο ξημέρωμα στη Σμύρνη με τα πτώματα τέντα στους δρόμους σαν ένα μεγάλο μποστάνι με τα πολλά καρπούζια του. Οι άνθρωποι για να σωθούν αρπάζονταν απ΄τα Αγγλογαλλικά καράβια και έβαζαν τα δυνατά τους να ανεβούν αλλά από πάνω οι ξένοι τους ζεματάγανε με μάνικες που είχαν βραστό νερό κι έτσι φτάναν οι Τούρκοι και τους έσφαζαν αλύπητα.

Εμείς με την ψυχή στο στόμα πήραμε τις βάρκες μας –ήμασταν ψαράδες πάππου προς πάππου –και περάσαμε στη Μυτιλήνη .Αφού σωθήκαμε πήγαμε και μείναμε στον Πολίχνιτο της Μυτιλήνης. Καθίσαμε εκεί τρεις μήνες .Μετά νοικιάσαμε ένα μεγάλο καίκι με ναύλο 13000 δραχμές (πάρα πολλά λεφτά τότε), σύνολο 40 άτομα και είπαμε στον καπετάνιο να μας φέρει στη Στυλίδα. Γιατί ο πατέρας μου είχε έναν ξάδερφο εδώ που είχε φύγει από τη Σμύρνη για κάποια φασαρία όταν ήταν νέο παιδί για άσυλο στην Ελλάδα και ήξερε ότι θα μας βοηθούσε. Ήρθαμε και τον βρήκαμε. Το όνομά του ήταν Νικόλαος Κυπραίος αλλά τον φωνάζανε Σμυρναίο επειδή ήταν από τη Σμύρνη.

Τελικά εγκατασταθήκαμε στην Αγία Μαρίνα Στυλίδας. Από το 1922 μέχρι σήμερα μένουμε συνέχεια στην Αγία Μαρίνα. Στην αρχή μείναμε σ΄ένα σπίτι με ένα δωμάτιο 19 άτομα. Το 1926 ο πατέρας μου αγόρασε ένα σπίτι αλλά ήταν πολύ μικρό και το γκρέμισαμε. Χτίσαμε πάνω του ένα μεγαλύτερο το 1928 .Ήταν το νέο μας πατρικό σπίτι. Δουλεύαμε όλοι στη θάλασσα και περνούσαμε καλή ζωή γλυκαίνοντας κάπως τον ξεριζωμό μας. Η θάλασσα είχε πολλά ψάρια τότε κι έβγαινε το ψωμί καλά.


Το 1942 σε ηλικία 28 χρονών παντρεύτηκα κι έκανα οικογένεια με 4 παιδιά. Έχτισα ένα σπίτι το 1950, καλοπάντρεψα 3 κορίτσια και το γιο μου και μένουμε μαζί. Έζησα τη ζωή μου τίμια και ήμουνα μπεσαλής. Μακάρι και τα παιδιά μου και οι γαμπροί μου να πάρουν το δικό μου δρόμο. Δεν ξέρω γιατί μαλώνουν μεταξύ τους οι άνθρωποι και πώς μαλώνουν. Έζησα περήφανα και λεβέντικα. Μακάρι να ζήσουν έτσι και τα νέα παιδιά που ξεκινάνε τώρα τη ζωή τους. Το Σεπτέμβριο του 1992 έβγαλα το κα’ι’κάκι μου, το «γιουσουφάκι» μου στην απόσυρση και λυπήθηκα πάρα πολύ. Μου το πλήρωσαν βέβαια με το παραπάνω αλλά όταν το είδα να το πριονίζουνε και να το αχρηστεύουνε απ΄τη λαχτάρα που πήρα κόντεψε να μου φύγει η ψυχή. Ήταν σαν να πριονίζανε εμένα τον ίδιο. Γιατί μ’αυτό το τρεχαντήρι έζησα μια ζωή 37 χρόνια. Μαζί περάσαμε βροχές και μπόρες, χιόνια και καλοσύνες, χαρές και λύπες. Και τώρα το αχρηστέψανε κι αχρηστεύτηκα κι εγώ ο ίδιος.

Κάθομαι απ΄έξω απ’ το μπαλκόνι μου συνταξιούχος των 12000 δραχμών, κοιτάζω τη θάλασσα και μονολογώ και λέω ‘’θάλασσα ,σε έχω γυρίσει και σ’έχω φάει με το κουτάλι όλη. Σ’αγαπάω σαν τα παιδιά μου και μου έκανες όλα τα χατίρια. Κάνε μου αν θέλεις και τώρα την τελευταία μου χάρη. Ταξίδεψέ με ως τη Σμύρνη μας γιατί ο καημός μου είναι μεγάλος. Μη μ’ αφήσεις στο παραπονό μου. Γιατί η Σμύρνη και το Κορδελλιό/δεν ήταν του Κεμάλη/ξένοι την παραδώσανε/οι Άγγλοι και οι Γάλλοι".
Ο κος Γιάννης Ναξιώτης μας αφηγείται: 

".....απ΄τον Πειραιά τους φόρτωσαν σε βαγόνια. Οι δικοί μας έτυχε να μπουν σε βαγόνια που πριν είχαν φορτώσει θειάφι. [.....] Στη Λαμία τα 'κέντρα υποδοχής' ήταν σ' ένα στρατώνα, στο στρατόπεδο της Ανατολής (σημερινό Τσαλτάκη) ... Στα τωλ στοιβάχτηκαν τετρακόσια τόσα άτομα......" 

ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ του 3ου ΕΠΑ.Λ ΛΑΜΙΑΣ - ΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΣΤΗ ΦΘΙΩΤΙΔΑ

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Από τo Mώλο με τρένο στο κέντρο της Ευρώπης! Και όμως μεσα στο 2017 θα γίνει πραγματικότητα !

Φαράγγι Μέγα Ρέμα Άγιος Κωνσταντίνος Φθιώτιδας:Από τα ομορφότερα και διασκεδαστικότερα φαράγγια... (Υπέροχες φωτογραφίες & video)