Τα δώρα του σκαθαριού:Ένα παραμύθι του Δημήτρη Ντουραμάνη

Ενα ηθικοπλαστικό παραμύθι για μεγάλους
DIMITRIS DURAMANIS·
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας βάρδος που τον λέγαν Ένκι. Ένα μεσημέρι, την ώρα που γύριζε στην καλύβα του, βρήκε ένα σκαθάρι, που είχε πέσει μέσα σε μια λακκούβα με νερό, η οποία είχε δημιουργηθεί, από το πέταλο ενός αλόγου. Ο Ένκι, σαν κλασσικός βάρδος που ήταν, περπατούσε τόσο αργά, για να θαυμάζει την φύση, που το είδε. Πήρε λοιπόν ένα κλαδί, και έβγαλε το μισοπνιγμένο έντομο . Το έβαλε σ ένα μέρος με ήλιο, το γύρισε μπρούμυτα, και περίμενε. Το σκαθάρι δεν κινούνταν, αλλά με τον ήλιο να το ζεσταίνει, άρχισε σιγά σιγά, να κουνάει το ποδαράκι του. Ο Ένκι, με μια προσεκτική κίνηση, το χτύπησε αμυδρά στην ράχη, ενώ παράλληλα του έλεγε, "έλα μην πεθάνεις τώρα ρε χαζό, αφού σε πρόλαβα". Τότε, κάτι εκπληκτικό έγινε! Μιλάμε για εκπληκτικό, απ τα εκπληκτικά που συμβαίνουν στα παραμύθια κυρίες και κύριοι, και δώστε βάση..
Το σκαθάρι, όχι μόνο χρυσοφτερούγισε, και τίναξε στριφογυριστά τις κεραίες του, αλλά ακούστε παρακαλώ, μίλησε κιόλας!!
- Σ ευχαριστώ καλέ μου άνθρωπε, είπε στον Ένκι. Είμαι το ιερό σκαθάρι του Τζων Κούπερ, και είμαι έτοιμος να σου δώσω τέσσερα δώρα. Ο Ένκι, δεν πίστευε στ αυτιά του. Πρώτα πανικοβλήθηκε, μετά ανησύχησε για την νοητική του υγεία, και τέλος ρώτησε.. "Τζων Κούπερ; τι Τζων Κούπερ, ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΖΩΝ ΚΟΥΠΕΡ; - Λυπάμαι που είσαι τόσο άσχετος άνθρωπε μου, ωστόσο τα δώρα σου είναι πίσω απ αυτή την βελανιδιά, του είπε. Πήγαινε βρες τα, είναι τέσσερις μαγικές κάλτσες. Με το που τις φορέσεις, έστω και μία φορά, θ αποκτάς και αυτό που γράφουν επάνω τους. Και τώρα πρέπει να σ αφήσω, Να σκαθαρίσω γρήγορα γρήγορα, γιατί ο αφέντης μου, θ ανησυχεί. Μ αυτά τα λόγια, αποχαιρέτισε τον Ένκι, και σκαθάρισε γρήγορα γρήγορα γρήγορα, μέχρι που εξαφανίστηκε.
Ο Ένκι, αφού του πήρε δέκα λεπτά για να συνέλθει από το σοκ, σήκωσε τα μάτια, και είδε την βελανιδιά, που του είχε υποδείξει ο σκαραβαίος. Ήταν ένα πανέμορφο, αιωνόβιο δέντρο, και όταν κινήθηκε προς τα εκεί, πράγματι, στις ρίζες του, βρήκε τέσσερις κάλτσες. Η μία έγραφε, “Αφέλεια” η άλλη “ Τιμιότητα” η τρίτη “Αξιοπρέπεια” και η τελευταία “Συγχώρεση”. Τις πήρε προσεκτικά, τις έβαλε στο σακίδιο του, και συνέχισε τον δρόμο για την καλύβα του.
Την άλλη μέρα το πρωί, και αφού ήπιε το ωραίο του χαρουπόμελο, αραιωμένο με νερό, έφτασαν στο μυαλό του, τα συμβάντα απ την χτεσινή μέρα. - Βρε λες να τα ονειρεύτηκα όλα αυτά είπε.. αλλά η απορία του λύθηκε μονομιάς, όταν άνοιξε το σακίδιο. Ναι, μέσα ήταν η πετσετούλα του, ο αυλός του, η λύρα του... και τέσσερις κανούργιες μπλε παστέλ κάλτσες!
Στην αρχή ο βάρδος, ήταν διστακτικός και καχύποπτος, αλλά πόσο καιρό είχε να φορέσει καινούργιες κάλτσες... δε βαριέσαι σκέφτηκε, ότι και να έγινε, όποιος και να είναι αυτός ο Τζων Κούπερ, οι κάλτσες αυτές είναι εδώ, και είναι όλοδικές μου. Σηκώθηκε λοιπόν με χαρά, και φόρεσε τις δύο πρώτες. Αμέσως ένιωσε μια υπέροχη ελαφρότητα στην καρδιά, και ξεκίνησε για την πόλη, έχοντας φανερά τα κέφια του, και κυρίως έχοντας, καινούργιες κάλτσες.
Στήθηκε στην αγαπημένη του γωνία, σχεδόν απέναντι απο τον φούρνο της Νίνα Νόινον, έβγαλε την λύρα του, και άρχισε να τραγουδά. Μετά από μερικά λεπτά, εμφανίστηκε ο έμπορας Τομάζι, ένας απ τους πιο ξακουστούς εμπόρους στο Τάλκμπερο, και του είπε φωναχτά χαμογελώντας. - Ένκι, τι υπέροχη μουσική που παίζεις, σου δίνω δέκα ασημένια κάπελ, να ρθεις το βράδυ στ αρχοντικό μου, να μας διασκεδάσεις με τα όμορφα τραγούδια σου. Θα είναι και η κόρη μου, που επέστρεψε από την μεγάλη πολιτεία, μιας και το πανεπιστήμιο της, έκλεισε για καλοκαιρινές διακοπές, και πραγματικά θέλω να το γιορτάσω. Δεν πιστεύω να μου το αρνηθείς.
Ο Ένκι χάρηκε, ενθουσιάστηκε πολύ. Ήξερε βέβαια ότι ο έμπορας Τομάζι, ήταν πονηρός και κακός άνθρωπος, ότι παλαιότερα είχε δοκιμάσει με διάφορους τρόπους, να του πάρει την καλύβα, ότι στην πόλη έλεγε, τα χειρότερα για τους βάρδους... αλλά η κόρη του? Αχ η κόρη του, ήταν ένα πλάσμα των ποιητών, μια πανέμορφη μελαχρινή, με την πιο ντελικάτη φωνή που είχε ακούσει. Και αυτά τα βυζάκια της? σαν λαχταριστά φραντζολάκια, λευκά και στριμωγμένα στο ντεκολτέ της, που κάναν τον Ένκι από έναν ρομαντικό βάρδο, σ ένα βρωμερό γουρούνι ποιότητος. Οπότε, δεν δίστασε σχεδόν καθόλου, και αφού φορούσε και την κάλτσα της αφέλειας, συμφώνησε με χαρά, και κανόνισε με τον έμπορο, την ώρα της επίσκεψης.
Οκτώ και τέταρτο λοιπόν, και να ο Ένκι, μπανιαρισμένος, καλοχτενισμένος, και φυσικά φορώντας, τις άλλες δύο ολοκαίνουργιες κάλτσες, να βρίσκεται στο αρχοντικό του έμπορα. Με την πανέμορφη κόρη του εκεί, να κοιτά πότε δειλά και πότε παιχνιδιάρικα, με την Κυρία Τομάζι να έχει μαγειρέψει ένα σωρό λιχουδιές, και με τον βάρδο μας, σχεδόν σε έκσταση ευτυχίας, να τραγουδάει γεμάτος όνειρο, για όλη την οικογένεια, με σιωπηρή αφιέρωση πάντως, της κάθε νότας που παρήγαγε, πρωτίστως για την όμορφη νεαρή. Ο έμπορος έδειχνε ικανοποιημένος, τον πλήρωσε μάλιστα όχι δέκα αλλά δεκαπέντε κάπελ. Η κυρία Τομάζι, απελευθέρωνε κάτι παθιάρικα επιφωνήματα αγαλλίασης, κοιτώντας κρυφά από τον άντρα και την κόρη της, τον νεαρό βάρδο, με έντονη λαγνεία, ενώ η κόρη χειροκροτούσε χαριτωμένα, και έλεγε “ω τι τέλεια γιορτή μπαμπά”. Κι έτσι ο Ένκι, αφού έκανε δύο ακόμη ενκόρ, γύρω στις δωδεκάμιση, ξεκίνησε για την καλύβα του. Στον δρόμο της επιστροφής, περπατούσε εύθυμα και γοργά, ονειροπαρμένος από την χάρη της κόρης, ελαφρώς αναστατωμένος, από τις προστυχιές της Κυρίας Τομάζι, και σίγουρα ικανοποιημένος, από τα δεκαπέντε κάπελ που κουδούνιζαν στην τσέπη του, τον μουσικό σκοπό, - “αύριο φαί ζεστό, κρασί μα και γλυκό”.
Την άλλη μέρα το πρωί, δυνατά και απότομα χτυπήματα, του διέκοψαν τον ήρεμο ύπνο. Ήταν αστυνομικοί, και είχαν εντολή να τον οδηγήσουν μπροστά από τον δικαστή, μιας και ο έμπορας Τομάζι, τον κατηγορούσε ότι του είχε κλέψει το πολύτιμο βάζο Μπαρμπόζα, αξίας ανεκτίμητης. Ο Ένκι ίσα ίσα που πρόλαβε να ντυθεί, να ρίξει λίγο νερό πάνω του, και να ξεκινήσει με βαριά καρδιά, ξέροντας ότι με την δύναμη που είχε ο έμπορος στην τοπική κοινωνία, θα ήταν πολύ δύσκολο, να αποδείξει την αθωότητα του... Καθώς βάδιζαν για το δικαστήριο, ζήτησε ευγενικά να κάνει πιπι του, μιας και τον σήκωσαν άρον άρον απ το κρεβάτι, και με διακριτική αστυνομική συνοδεία, πήγε προς τους θάμνους. Ξαφνικά, και ευτυχώς πριν ξεκουμπωθεί, ακουσε ένα -Ψιτ! από τον διπλανό θάμνο. Γύρισε, και είδε έκπληκτος, την κόρη του έμπορα, που ήταν εκεί κρυμμένη. - Μα, πως, τι κάνετε εδώ, δεσποινίς Τομάζι εγώ... - Σσσσττ.. τον διέκοψε βιαστικά η κοπέλα. Άκου με καλά, σ ακολούθησα κρυφά μέχρι εδώ, για να σου πω, ότι πατέρας μου έχει κρύψει το βάζο Μπαρμπόζα, στον αχυρώνα μας, και σε κατηγορεί, γιατί θέλει να σου πάρει την καλύβα. Θέλει να την γκρεμίσει, και να φτιάξει και άλλο πεταλωτήριο, μιας και στην πόλη, δεν του δίνουν άλλη άδεια. Δεν θα μπορούσα να επιτρέψω να συμβεί κάτι τέτοιο, σ έναν αθώο άνθρωπο. Και θέλω να σου πω επίσης, ότι πολύ μου άρεσε εκείνο το εξωτικό τραγούδι, με τις Καμήλες του Ισπαχάν, χτες βράδυ. Αυτά είπε, και χάθηκε στις φυλλωσιές.
Όταν αργότερα λοιπόν, ο Ένκι άκουσε το κατηγορητήριο, ήρεμα και απλά απήντησε, ότι φεύγοντας από το αρχοντικό των Τομάζι, είδε έναν άγνωστο που κρατούσε κάτι, και μόλις αυτός τον αντιλήφθηκε, προσπάθησε να κρυφτεί στον παλιό αχυρώνα. Ο Ένκι μπήκε μέσα, και θαρραλέα τον ρώτησε τι κάνει εκεί, τότε αυτός έδωσε ένα πήδο, πετάχτηκε έξω, και χάθηκε στην νύχτα. Αυτός θα ήταν ο δράστης . Και πράγματι, όταν οι αστυνομικοί πήγαν, βρήκαν το βάζο, μέσα στα άχυρα.
Ο έμπορας Τομάζι, με την εξέλιξη αυτή των πραγμάτων, πραγματικά λύσσαξε, και όταν είδε τον Ένκι, να τον αφήνουν ελεύθερο, αποφάσισε να τον καταστρέψει. Έστειλε και του έκαψαν την καλύβα, και πλήρωσε τους αστυνόμους, να μην τον αφήνουν σε χλωρό κλαρί, όποτε δοκίμαζε να παίζει την μουσική του στην πόλη. Θα του έκανε την ζωή, μαρτύριο.
Έτσι σιγά σιγά ο βάρδος μας, το πήρε απόφαση. Μάζεψε στο σακίδιο του, όλη του την περιουσία, και ξεκίνησε να φύγει οριστικά από την περιοχή, μακριά από την πόλη του Τάλκμπερο, στενοχωρημένος, τσακισμένος, και με το άδικο να τον πνίγει... Αν δεν ήταν αυτές οι καταραμένες κάλτσες, σκέφτηκε, δεν θα ήμουν αφελής, και θα μπορούσα να μυριστώ την παγίδα του έμπορα, αχ, λίγο πονηρός, λίγο καχύποπτος να ήμουν. Αν δεν ήμουν τίμιος, θα μπορούσα να είχα κλέψει πραγματικά το βάζο Μπαρμπόζα, να έφευγα μέσα στην νύχτα, και τώρα να είμαι πλούσιος. Αν δεν ήμουν αξιοπρεπής, θα μπορούσα να κανονίσω την Κυρία Τομάζι στην βεράντα, αφού με προκαλούσε όλη την νύχτα, και παράλληλα να πουλήσω ψεύτικο έρωτα στην κόρη του. Να την έκανα να είναι τρελή για μένα, και να με είχε και γαμπρό του το κάθαρμα.. Αν δεν υπήρχε η κάλτσα της συγχώρεσης, θα μπορούσα να τα πω όλα στον δικαστή, να του κάνω μήνυση, να τον καταστρέψω, και να πλουτίσω, να του τα πάρω όλα, ας έμενε η κόρη του χωρίς σπουδές, και η γυναίκα τους δίχως νοικοκυριό. Και τελικά? Μ αυτά τα ηλίθια δώρα, τι κέρδισα? Να φεύγω σαν κυνηγημένος από τον τόπο μου, με μόνη περιουσία ένα σακίδιο μ έναν αυλό, μια λύρα, και τέσσερις κάλτσες. (Σημ. επιτέλους μάθαμε από που προήλθε η φράση, του πήρε και τις κάλτσες) - Το μόνο που του έδινε λίγη ευχαρίστηση, και σαφώς τον παρηγορούσε, ήταν που είχε ενδιαφερθεί γι αυτόν η κοπέλα, τι είχε ενδιαφερθεί δηλαδή, τον είχε σώσει κανονικά. Ωστόσο σαν κλασσικός καρκίνος , η επόμενη σκέψη του ήταν, - τι να με κάνει όμως τώρα άκληρο, αδύναμο και μπατίρη.. Αλλά της άρεσε, ναι της άρεσε το εξωτικό τραγούδι, με τις καμήλες του Ισπαχάν, κρίμα που δεν θα την ξαναδώ ποτέ.
Δεν πρόλαβε να συνεχίσει τις εσωτερικές του απαισιοδοξίες, και Τσουυυπ, να σου μπροστά στον φιλαράκο μας (ε μετά απ αυτά που πέρασε, τον συμπαθήσατε πιστεύω, εξ ου και φιλαράκος) - το γνωστό σκαθάρι που είχε συναντήσει την προηγούμενη εβδομάδα! - Γεια σου άνθρωπε Ένκι, ειρήνη μαζί σου, χαίρομαι που σε ξανασυναντώ. Τι κάνεις? Σου άρεσαν τα δώρα μου? Τον ρώτησε. Αν μου άρεσαν? χαμογέλασε πικρά ο Ένκι. Έβγαλε την λύρα του, και τραγουδώντας, τα διηγήθηκε, όολα στο Σκαθάρι, μην παραλείποντας να γκρινιάξει, και για τα δώρα που έλαβε, και σε πόσο πιο πλεονεκτική θέση, θα ήταν, έτσι και δεν τα είχε.
Το σκαθάρι, αφού τα άκουσε όλα προσεκτικά, τον ρώτησε
Τόσα χρόνια που είσαι βάρδος, έχεις πει ποτέ, δικές σου τραγουδιστικές ιστορίες? - Όχι απάντησε ο Ένκι. Εγώ έλεγα ιστορίες για τον μεγάλο πόλεμο, για τα δάση του Τρίφιντελ, τα κατορθώματα του Λόρκαν, και τις ιστορίες από τις πολιτείες, που είναι πέρα από την θάλασσα, μακριά μέχρι την ατέλειωτη έρημο. - Χμμ... έκανε το σκαθάρι. Μόλις πριν μισό λεπτό, μου διηγήθηκες μια δική σου τραγουδιστική ιστορία. Κατάδικη σου. Και τώρα άλλοι βάρδοι, θα εξιστορούν ότι πέρασες. Θα πουν για τον απατεώνα Τομάζι, και για το πως πρέπει να βρει επιτέλους τον μάστορα του. Θα τραγουδήσουν για την παθιάρα σύζηγο, και την πανέμορφη του κόρη. Θα πουν για σένα, και την μεγαλοψυχία σου. Αυτός που λέει μια ιστορία, ένα τραγούδι, ένα αστείο, λόγια της αγάπης, της συμπόνιας, του έρωτα ή του κουράγιου. Αυτός που ζωγραφίζει έναν πίνακα, αυτός που χορεύει, ή γράφει ένα ποίημα... Οι αναμνήσεις απ όλα αυτά τα πράγματα, όταν αυτός κλείσει τα μάτια, γίνονται ξωτικά. Κάποιοι πιστεύουν ότι τα ξωτικά, είναι απλά αναμνήσεις αγαπητέ μου, κι εγώ, είμαι ένας απ αυτούς ξέρεις. Αυτός είναι και ο λόγος, που όλα τα ξωτικά δεν είναι ίδια - αν πιστεύεις σ αυτά δηλαδή. Επίσης, το δέρμα σου... καθρεφτίσου σ αυτό το ρυάκι. Θα δεις πόσο λάμπει, από τα δώρα που σου έκανα, και πόσο ανάλαφρα θα είναι τα βήματα του πηγαιμού σου, ανάλαφρα, σαν την ψυχή σου, άνθρωπε Ένκι. Η αφέλεια, είναι προτιμότερη της καχυποψίας, γιατί η καχυποψία, δηλητηριάζει ακόμη και τις καθαρές πηγές, και αλίμονο αν πιστεύεις ότι δεν υπάρχουν και τέτοιες. Η τιμιότητα, είναι αδερφή του σεβασμού, και με τον σεβασμό, μένει κάποιος αθάνατος στην μνήμη των άλλων, τιμημένος άνθρωπε, άνθρωπε κουτέ. Η αξιοπρέπεια, δίδει το παράδειγμα, και εμψυχώνει όλους τους ενάρετους ανθρώπους, που δοκιμάζονται εκεί έξω, διότι πίστεψε με. Εσείς οι άνθρωποι, χρειάζεστε την αρετή, γιατί διαφορετικά, είστε πολύ προβληματικά ζώα. Και τέλος, η συγχώρεση, θα κρατά την ψυχή σου, πάντοτε νέα και καθαρή, χωρίς φαρμάκι και άσχημο παράπονο να την χωλαίνει.
Ο Ένκι τότε κοίταξε το ρυάκι, και είδε το είδωλο του, να του χαμογελά. Ανάλαφρος και φωτεινός, σήκωσε το σακίδιο του, και κοίταξε με ελπίδα μπροστά.. Θα πήγαινε στην πολιτεία που ήταν το πανεπιστήμιο της δεσποινίδος Τομάζι, (της Κατερίνας δηλαδή). Μέχρι να φτάσει εκεί με τα πόδια, θα κόντευαν να ξεκινήσουν και τα μαθήματα της, όπως τα είχε υπολογίσει. Πριν ξεκινήσει, είπε στο σκαθάρι με περιέργεια, -Καλό μου έντομο, σ ευχαριστώ, βιάστηκα να μετρήσω τα δώρα σου, και ήμουνα ανόητος. Σ ευχαριστώ για την θεωρία σου περί ξωτικών, για το φωτεινό μου δέρμα, και για την ανάλαφρη μου ψυχή.. αλλά βρε σκαθάρι, δεν θα μου πεις πριν φύγω, αφού μπορεί να μην σε ξαναδώ, ποιος τελικά, είναι ο Τζών Κούπερ?
-Πφφφ, τι βλάκες είστε οι άνθρωποι.. Τι να πω, μήπως σου είχε δώσει κανείς παλιότερα, και την καλτσούλα της περιέργειας? Έλα γεια σου μεγάλε μου, κοίτα να χαρείς τα δώρα σου, και αν νιώσεις ότι σε ταλαιπωρούν καμιά φορά, να θυμάσαι. Ή ανάλαφρη ψυχή, έχει κι αυτή το τίμημα της. Το λοιπόν, είμαι έτοιμος για σκαθάρισμα.. μπορεί να τα ξαναπούμε, μπορεί και όχι, να προσέχεις, και Α, που είσαι.. Μην λες αριστερά και δεξιά την ιστορία μας, γιατί θα σε περάσουν για μουρλό. Μόνο ένας άνθρωπος με ανάλαφρη ψυχή, μπορεί να μιλήσει μ ένα ζώο, και μόνο ένας τέτοιος άνθρωπος, θα μπορέσει και να τον πιστέψει.
Είπε. Και πράγματι κυρίες και κύριοι, την σκαθάρισε, σε άγνωστη προς εμάς κατεύθυνση, πριν ο Ένκι προλάβει να του ζητήσει, κανένα διαμάντι, κανένα σάντουιτς, ή καμιά χαζομάρα τέτοια, ξερωγώ.

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Από τo Mώλο με τρένο στο κέντρο της Ευρώπης! Και όμως μεσα στο 2017 θα γίνει πραγματικότητα !

Φαράγγι Μέγα Ρέμα Άγιος Κωνσταντίνος Φθιώτιδας:Από τα ομορφότερα και διασκεδαστικότερα φαράγγια... (Υπέροχες φωτογραφίες & video)